Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Εθνική επέτειος ντροπής Α’


28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΜΙΑ «ΕΘΝΙΚΗ» ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΝΤΡΟΠΗΣ


Η Ελλάδα έρμαιο τής βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.
 

Μύθος η εκούσια «ηρωική» εμπλοκή μας στο αιματοκύλισμα.
 
«Με αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανηλίκων μελών του πληθυσμού μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους σε βαθμό, που να πανηγυρίζουν για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους.» (Ε.Α. Ράουτερ «Η κατασκευή υπηκόων» εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982)


Επί επτά δεκαετίες καταβάλλεται αδιάκοπη προσπάθεια από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς του νεοελληνικού κρατιδίου (κυρίως από τη σχολική εκπαίδευση) να παρουσιαστεί η είσοδος της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αναπόφευκτη, αλλά και η ένταξή της στο συμμαχικό συνασπισμό ως δική της επιλογή βασισμένη στο «δίκαιο» και στον «ανθρωπισμό». «Επιλογή», που αντιφάσκει με το αναπόφευκτο της εισόδου της στον πόλεμο: μας λένε δηλαδή, ότι η Ελλάδα επέλεξε κάτι, που ήταν αναπόφευκτο να μήν το επιλέξει.
 
Η πραγματικότητα βέβαια είναι τελείως διαφορετική. Μια χώρα «προστατευόμενη» (βλ. προτεκτοράτο) είναι εξ ορισμού αδύνατον να ασκεί αυτόβουλη εξωτερική (ή άλλη) πολιτική, παρά μόνο στον βαθμό, που αυτή δεν θα θίγει τα συμφέροντα των «προστατών» της. Αυτόβουλη πολιτική ασκούν ως γνωστόν μόνο οι «protectors», ποτέ οι «protected».
 
Κατ’ αυτό τον τρόπο η είσοδος και συμμετοχή της «προστατευόμενης» Ελλάδας σε έναν τέτοιας έκτασης πόλεμο είναι αστείο να ερμηνεύεται ως η εκούσια «ηρωική» άρνηση μιας «μικρής πλην ένδοξης» χώρας να «υποταχθεί» στον  κάθε «εισβολέα». Γιατί η «μικρή πλην ένδοξη» αυτή χώρα ήταν προ πολλού υποταγμένη, όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η «αντίστασή» της δεν διεξήχθη, παρά μόνο στα προδιαγεγραμμένα πλαίσια αυτής της υποταγής.
 
Νεοελλάδα 1828-1949: Έρμαιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας
 
Είναι γνωστό, ότι από ιδρύσεώς του το νεοελληνικό κρατίδιο άρχισε να τελεί υπό την υψηλή επίβλεψη, «προστασία», «καθοδήγηση» κ.λπ. της Βρετανίας, η τσαρική  Ρωσία παρά τις προσπάθειές της δεν κατάφερε να αποσπάσει την χώρα στη δική της σφαίρα επιρροής, ενώ η Γαλλία, λόγω των εσωτερικών της κοινωνικών προβλημάτων και συγκρούσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ουσιαστικά παραιτήθηκε από κάθε αποικιοκρατικό «δικαίωμα» στην Ελλάδα.
 
Δεν συνέβη απολύτως τίποτα στη νεοελληνική ιστορία από το 1828 μέχρι το 1949, που να μήν διεξήχθη υπό την στενή επιτήρηση της εμπειρότατης βρετανικής διπλωματίας: Ο ερχομός του Καποδίστρια, η εγκαθίδρυση της βαυαρικής βασιλείας και των διαδόχων, τα προδιαγεγραμμένα φιάσκα, όπως αυτό του 1922, η παραχώρηση μέρους της Μακεδονίας στην Ελλάδα, η συμμετοχή της Ελλάδας στις δύο παγκόσμιες συρράξεις έγιναν εν γνώσει των ηγεσιών τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας, με τη (φανερή, ή μή) έγκρισή τους και για τους σκοπούς τής αποικιοκρατικής εξωτερικής τους πολιτικής.
 
Άλλωστε η Βρετανία υπήρξε ο γενικός «μπάστακας» σε όλη τη Μεσόγειο τουλάχιστον μέχρι το 1956, όταν υποχώρησε από το Σουέζ (τον ρόλο της συνεχίζουν έκτοτε οι Η.Π.Α.). Σε αυτά τα, οριοθετημένα από τη Βρετανία πλαίσια η Ελλάδα είχε αναλάβει έναν απολύτως καθορισμένο ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο: έπρεπε να είναι τόσο μόνο δυνατή, όσο χρειάζεται για να δημιουργήσει προβλήματα σε ενδεχόμενη ρωσική ή άλλη κάθοδο στη Μεσόγειο, αλλά και τόσο αδύναμη, ώστε να μην έχει δυνατότητα αυτόβουλης παρέμβασης σε μια  περιοχή που -ας μήν ξεχνιόμαστε- γειτνιάζει με τις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής. Με άλλα λόγια επί βρετανικής αποικιοκρατίας η Ελλάδα έπρεπε να είναι ένα υπάκουο σκυλί, αρκετά απειλητικό για τη «γειτονιά» αλλά, όχι με αρκετά δυνατά δόντια ώστε να σκεφτεί να δαγκώσει το χέρι του αφεντικού του.
 
Ειδικά για τους  πολέμους, στους οποίους ενεπλάκη η Ελλάδα, πότε με την επιδοκιμαστική ανοχή της Βρετανίας και πότε κατ’ εντολήν της πρέπει να επισημάνουμε, ότι ποτέ ένας λαός δεν ωφελείται από έναν πόλεμο, ακόμα κι αν ο πόλεμος αυτός «κερδηθεί». Οι μόνοι που ωφελούνται από έναν «κερδισμένο» πόλεμο είναι τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα (αφού αυξάνουν τους πόρους τους και τούς υπηκόους τους, επεκτείνουν γεωγραφικά τις «επενδύσεις» τους κ.λπ. ενώ στην περίπτωση που ο πόλεμος «χαθεί», τις συνέπειες τίς υφίσταται πάντα το υποτελές κοινωνικό σώμα και ποτέ οι εγχώριοι κυρίαρχοι, οι οποίοι, όπως είναι ιστορικώς διαπιστωμένο, μετατρέπονται αμέσως σε -εξ ίσου ευκατάστατους- τοποτηρητές των «κατακτητών» κάτι, που είδαμε και στην Ελλάδα, τόσο επί τουρκοκρατίας, όσο και επί γερμανοϊταλοβουλγαρικής κατοχής(1)).
 
Η ζωή του νεοέλληνα για παράδειγμα δεν έγινε καλύτερη με την προσάρτηση και την βίαιη «ελληνοποίηση» της Μακεδονίας (στην οποία οι έλληνες αποτελούσαν τότε μια μικρή βαλκανική μειονότητα ανάμεσα στις τόσες άλλες – η Μακεδονία «ελληνοποιήθηκε» εθνολογικά πολύ αργότερα, κυρίως με προσφυγικούς πληθυσμούς από τη Μικρά Ασία, το 1922). Ο νεοέλληνας δεν απέκτησε εξ αυτού του γεγονότος ούτε καλύτερη παιδεία, ούτε καλύτερους μισθούς, ούτε καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ούτε  κοινωνική πρόνοια, ούτε ποιοτικότερη και σοβαρότερη πολιτική οντότητα.
 
Δεν βελτίωσε σε κάτι ο,τιδήποτε το βιοτικό του επίπεδο. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν από την προσάρτηση και βίαιη «ελληνοποίηση» της Μακεδονίας ήσαν κάμποσοι επιχειρηματίες, που αύξησαν τα λιμάνια τους, τους δρόμους τους, τις «επενδύσεις» τους και εν γένει τις «αγορές» τους και η χριστιανορθόδοξη Εκκλησία Α.Ε, που διεύρυνε το ποίμνιό της και το παγκάρι της. Η προσάρτηση εδαφών έφερε επίσης και την αύξηση εδράνων και κονδυλίων  για βουλευτές και λοιπούς αργόσχολους.
 



Η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το Νοέμβριο του 1940 προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των σπουδαστών της με αντικείμενο τη φιλοτέχνηση «διαφημιστικών πινάκων εθνικής σκοπιμότητος» με βάση συνθήματα, που υπέδειξε η κυβέρνηση Μεταξά. Τότε ζωγραφίστηκαν, για λόγους φυσικά προπαγάνδας και όχι καλλιτεχνικούς, οι πέρα για πέρα εξιδανικευμένες συνθέσεις των πολεμικών εικόνων, που γέμισαν έκτοτε τα σχολικά βιβλία και τους τοίχους στρατοπέδων και δημοσίων υπηρεσιών. Δεν παρέλειψαν βέβαια, να τονίσουν και τη θρησκευτική εξάρτηση της Ρωμιοσύνης ζωγραφίζοντας ανάμεσα στους στρατιώτες, τούς απαραίτητους  ιερείς. («Το έπος του ’40. Λαϊκή εικονογραφία», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 1987). εικ. επάνω.
 
Για χάρη των προαναφερθέντων έγινε η προσάρτηση και η βίαιη «ελληνοποίηση» της Μακεδονίας, παρ’ όλο που δεν πήγαν φυσικά ούτε οι ίδιοι, ούτε  οι γιοί τους να πολεμήσουν, αλλά, αντ’ αυτών  έστειλαν στις σφαγές την αναλώσιμη κρεατομάζα των υπηκόων τους, αφού προηγουμένως τούς είχαν ντοπάρει με εθνικιστικό παραισθησιογόνο. Για τους ίδιους λόγους έγινε και η εισβολή στη Μικρά Ασία το 1922, μόνο που αυτή τη φορά  οι βλέψεις των νεοελλήνων μεγαλεμπόρων,  τραπεζιτών, πολιτικάντηδων, κλήρου και λοιπών νεοκοτσαμπασήδων δεν συμβάδιζαν με αυτές των αντιστοίχων τους στα «σύμμαχα» κράτη.
 
Αυτή τη φορά οι «σύμμαχοι» στήν Entente  δεν έκαναν τα «στραβά μάτια», όπως λίγα μόλις χρόνια πριν, όταν επέτρεψαν στο ρωμαίικο κρατίδιο να «κατακτήσει» τη Μακεδονία. Οι Βρετανοί, Ιταλοί, Γάλλοι κλπ. βιομήχανοι, «επενδυτές» και λοιποί κερδοσκόποι δεν σκόπευαν να αφήσουν την Τουρκία στα χέρια της κουτοπόνηρης τριτοκοσμικής νεοελληνικής  πλουτοκρατίας, η οποία είχε πάρει  παραπάνω «φόρα» από όσο έπρεπε.
 
Τις συνέπειες του φιάσκου τού 1922 τις λούστηκε ως γνωστόν το κυριαρχούμενο κοινωνικό σώμα δηλαδή αυτό, που είχε σταλεί στα κρεουργεία, που κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται «πεδία μάχης», ή «ζώνες πολεμικών επιχειρήσεων» ενάμισυ εκατομμύριο νεοέλληνες, άμαχοι και μή,  νεκροί, σακατεμένοι, ξεσπιτωμένοι, εκπατρισμένοι, υποσιτισμένοι, ρακένδυτοι, άρρωστοι, άστεγοι, αγνοούμενοι, δυσμενέστατες οικονομικές συνέπειες λόγω του εισρέοντος στην Ελλάδα προσφυγικού κύματος (τις οποίες φυσικά τις υπέστη, ως συνήθως, το κυριαρχούμενο συλλογικό κοινωνικό υποζύγιο), ελεύθερη πτώση του βιοτικού επιπέδου κ.λπ.(2).
 
Αλλά ειδικά στην περίπτωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η βρετανική παρέμβαση υπήρξε η πλέον εξόφθαλμη και πιεστική τουλάχιστον για όποιους δεν τρέφουν γραφικές αυταπάτες περί μιας  Ελλάδος «πτωχής πλην τιμίας», που αντιστάθηκε  στον Άξονα γιατί …«έτσι κάνουν οι Έλληνες»  και άλλα φαιδρά. Γιατί, αν υποθέσουμε ότι το νεοελληνικό κρατίδιο και όχι ο νεοελληνικός λαός είχε κάποιο συμφέρον να εμπλακεί στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ή στη Μικρά Ασία, ωστόσο το 1940 δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος πολεμικής εμπλοκής του.
 
Ούτε τα εγχώρια αφεντικά πολιτικάντηδες κλήρος, εικονικοί  ψευτοβιομήχανοι, παρασιτικοί μεσάζοντες και λοιποί μεταλλαγμένοι  πρώην τουρκοκοτσαμπασήδες της νεοελλάδας είχαν κάποιες βλέψεις από αυτόν τον πόλεμο, οι «σύμμαχοί» τους άλλωστε -και ειδικά οι θαλασσοκράτορες Βρετανοί- τούς είχαν κόψει τον επεκτατικό τους «αέρα» το 1922, αλλά ούτε και ο ελληνικός λαός είχε να περιμένει κάτι ο,τιδήποτε θετικό  από έναν πόλεμο.
 
Παρ’ όλα αυτά το νεοελληνικό κρατίδιο εισήλθε στον πόλεμο με φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, σαν να επρόκειτο για δική του υπόθεση. Για τη στάση του αυτή επικαλέστηκε διάφορες αστείες δικαιολογίες, οι οποίες έχουν σαν κοινό σημείο τό ότι όλες τους ήσαν (και παραμένουν και σήμερα) παρμένες  από την πολεμική προπαγάνδα της εποχής: Ο πόλεμος καθαγιάστηκε σαν «πατριωτικός», σαν   «άμυνα της πατρίδας», ή σαν  «αντιφασιστικός αγώνας» κ.α.
 
Είναι ευνόητο, ότι αν αυτές οι αιτιάσεις αποδειχθούν -όπως θα επιδιώξουμε στη συνέχεια- ωραιοποιήσεις προορισμένες για τα αφελή σφάγια, που θα ντυθούνε στο χακί, τότε το μοναδικό συμπέρασμα, που οδηγείται κάποιος είναι ότι:
 
Η Ελλάδα θα έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο την εμπλοκή της στον πόλεμο, είτε επιδιώκοντας σοβαρά μια πειστική και ξεκάθαρη ουδετερότητα, ή, αν αυτό δεν γινόταν εφικτό, μή δεχόμενη να  πολεμήσει με  κανένα τρόπο.
 


Ο ητροπολίτης Χανίων Αγαθάγγελος (εικ. επάνω) και ο έλληνας γενικός διοικητής Κρήτης χαιρετούν χιτλερικά στη διάρκεια γερμανικής τελετής. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της στάσης των πολιτικών και θρησκευτικών «παραγόντων» της χώρας, που λίγους μήνες πριν είχαν σπρώξει τον ελληνικό λαό στο μεγαλύτερο και πιο άχρηστο αιματοκύλισμα της Ιστορίας του. Φωτογραφία: «Οι δωσίλογοι της Κατοχής», έκδ. περιοδικού «Ιστορικά Θέματα» Νο 17.
 
Οι μύθοι της προπαγάνδας: το «αναπόφευκτο» της ελληνικής εμπλοκής και η «αντιφασιστική» απάτη
 
Οι αιτιάσεις, που προέβαλε το κρατίδιο, για να σύρει στον πόλεμο τον λαό, που κατέχει, είναι δύο ειδών:
 
α. Αρχικά, μια αιτίαση, υποτίθεται, «ευνόητη», σύμφωνα με την οποία η είσοδος στον πόλεμο παρουσιάζεται σαν περίπου αναπόφευκτη (συνήθης και διαχρονικά δοκιμασμένη μέθοδος όλων των εξουσιών να παρουσιάζουν σαν αναπόφευκτο αυτό που έχουν ύπουλα μεθοδεύσει), αφού η «κακή» Ιταλία μας επιτέθηκε και εμείς έπρεπε  να «αμυνθούμε»,
 
β. μεταγενέστερα, μια αιτίαση «υπερβατική» και  θεμελιωμένη σε μιά «πολιτική» θεώρηση επιπέδου νεοελληνικού καφενείου, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος δεν ήταν μόνο πατριωτικοαμυντικός αλλά και … διεθνοποιημένος αντιφασιστικός.  Αυτή η αιτίαση «ανακαλύφθηκε» πολύ αργότερα  τής έναρξης των εχθροπραξιών με την Ιταλία, στην πραγματικότητα εισήχθη από το ιδεολογικό προπαγανδιστικό οπλοστάσιο των συμμάχων.
 
Στα περί δήθεν αμυντικού πολέμου από πλευράς Ελλάδος θα πρέπει να υπενθυμισθεί,   ότι ειδικά στη φλεγόμενη Μεσόγειο, υπήρξαν οι σθεναρές ουδετερότητες της (φασιστικής!) Ισπανίας και, κυρίως, της γειτονικής και ίσης στρατηγικής σημασίας, Τουρκίας. Τί εμπόδιζε την Ελλάδα να πράξει το ίδιο, αλλά αντιθέτως προκάλεσε δήθεν την εναντίον της επίθεση και δήθεν την ανάγκασε να αμυνθεί; «Η στρατηγική σημασία της» λέει η νεοελληνική σχολική και δημοσιογραφική προπαγάνδα.
 
Ωστόσο, οι ίδιοι λόγοι, που κατέστησαν δυνατή την τουρκική ουδετερότητα θα μπορούσαν ενδεχομένως να ισχύσουν και για μια ανάλογη ελληνική. Γιατί δεν εξηγείται το πώς  μια χώρα, λόγω της υποτιθέμενης στρατηγικής της σημασίας (όπως μας λένε ότι είχε η Ελλάδα), να   σύρεται σε έναν πόλεμο «παρά την φιλειρηνική θέλησή της», ενώ η αμέσως διπλανή της εξακολουθεί να  διατελεί σαν να βρίσκεται εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από αυτόν. Προφανώς:
 
- Ή η Ελλάδα δεν είχε στρατηγική σημασία τόσο μεγάλη, ώστε να θεωρηθεί αναπόφευκτη η είσοδός της στον συγκεκριμένο  πόλεμο,
 
- ή, αν η Ελλάδα είχε την τεράστια στρατηγική σημασία, που μας παρουσιάζουν, τότε  η εξ ίσου τεράστιας στρατηγικής σημασίας Τουρκία αφέθηκε, τόσο από τους Συμμάχους, όσο και από τον Άξονα, στρατηγικώς ανεκμετάλλευτη.
 
Το δεύτερο είναι αστείο και μόνο να το σκέφτεται κάποιος, οπότε καταλήγουμε αβίαστα, στο ότι: Το 1940 η Ελλάδα δεν είχε καμία στρατηγική σημασία, τέτοια που να καθιστά αναπόφευκτο το σύρσιμό της από την μία ή από την άλλη εμπόλεμη πλευρά.
 
Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο μόνο και μόνο, γιατί η Βρετανία σκόπευε να την χρησιμοποιήσει σαν αεροπορική και ναυτική  βάση στη Μεσόγειο. Της δόθηκε έτσι μιά στρατηγική σημασία, που όπως και η Τουρκία, δεν την διέθετε αφ’ εαυτής. Αυτή ήταν η αιτία, που κατέστησε την Ελλάδα στόχο του Άξονα και ειδικά της Γερμανίας. Αλλά η Βρετανία δεν είχε καμμία δύναμη επιβολής στην περίπτωση, που η Ελλάδα αρνούνταν αυτό τον ρόλο.
 
Ήταν ήδη σε δυσχερή θέση σε όλα τα αποικιοκρατικά της μέτωπα: στην Ευρώπη, στην Βόρειο Αφρική, στην Άπω Ανατολή, παντού. Ωστόσο, το νεοελληνικό κρατίδιο δέχτηκε να παίξει  τον ρόλο, που ήθελαν οι προτέκτορές του μόνο και μόνο επειδή έχει μάθει να λειτουργεί με τα αντανακλαστικά του πιστού μαντρόσκυλου. Δείχνοντας δηλαδή δουλική χαμέρπεια στους πάτρωνές του και στυγνότητα στους υπηκόους του, τους οποίους θα έστελνε αδίστακτα στο σφαγείο.  Ένα γνήσιο δημιούργημα της αποικιοκρατίας …
 
Οι συνεχείς διπλωματικές επαφές με τους Βρετανούς τις παραμονές του πολέμου, η -έκδηλη σαν κοινό μυστικό- θέληση των Βρετανών να χρησιμοποιήσουν την «σύμμαχό» τους Ελλάδα σαν στρατιωτική βάση, η αστεία και κατάφωρη διπροσωπία της ελληνικής κυβέρνησης, που διακήρυττε τις φιλειρηνικές της διαθέσεις και την «ουδετερότητά» της δεν έπειθαν κανέναν, εκτός από τον -ως συνήθως- εύπιστο λαό.
 



Το φασιστικό καθεστώς και το Φύλλο Πορείας, που τους καλούσε άμεσα να παρουσιασθούν δεν άφηνε περιθώριο για καμμία σκέψη τυχόν κωλυσιεργίας στους επιστρατευμένους. Γι’ αυτό εικονίζονται στις φωτογραφίες να συνωστίζονται στα τραίνα κι όχι από … τη βιασύνη τους να πάνε να γίνουν «ήρωες». («Greece 1940-41 Εyewitnessed», Efstathiadis Group S.S., Aθήνα, 1995.)
 
Τα περί δήθεν διεθνούς «αντιφασιστικού» πολέμου είναι αρκετά ευκολότερο να τα καταρρίψει  κάποιος. Ως γνωστόν μια Ελλάδα φασιστοκρατούμενη, υπό τον δικτάτορα και πίθηκο του φασισμού Μεταξά δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πολεμά τον φασισμό. Παρ’ όλα αυτά, η προπαγάνδα τής  μεταγενέστερης αυτοαποκαλούμενης «Εθνικής Αντίστασης» εισηγήθηκε την αιτίαση του πολέμου ως δήθεν «αντιφασιστικού».
 
Αυτό το φαεινό προπαγανδιστικό εύρημα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από το νεοελληνικό εθνοκράτος (το οποίο έχει πλέον αναγνωρίσει την «Εθνική Αντίσταση» ως έναν από τους θεμελιώδεις μύθους του). Μάλιστα στο προπαγανδιστικό αυτό εύρημα δόθηκε «αναδρομική» εξηγητική ισχύς, έτσι ώστε η είσοδος της χώρας στον πόλεμο να ερμηνεύεται ως οφειλόμενη σε  μια δήθεν  εξ’ αρχής  αντιφασιστική στάση, παρά την ύπαρξη, κατά το πρώτο έτος του πολέμου, μιας εγχώριας φασιστικής δικτατορίας.
 
Στην πραγματικότητα, τα περί «αντιφασιστικού» αγώνα δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια περαιτέρω θεωρητικοποίηση και ωραιοποίηση του πολέμου. Η ωραιοποίηση αυτή, όπως άλλωστε αποδείχθηκε και από την μεταπολεμική σύρραξη των «αντιστασιακών» νεοελληνικών στρατών (στην πραγματικότητα  πρόκειται για συμμοριτοπόλεμο ελεγχόμενο από ξενοκίνητες «εθνικόφρονες», ή σταλινικές ηγεσίες/συμμορίες, ο οποίος καταχρηστικά και κατ’ ευφημισμόν ωραιοποιήθηκε ως «εμφύλιος»),  είχε σαν μοναδικό σκοπό να προετοιμάσει την εδραίωση των διαφαινομένων συμμαχικών μεταπολεμικών καθεστώτων και το εκ νέου μοίρασμα του πλανήτη (αφού, από το 1942 η ήττα της Γερμανίας θεωρείτο αναμενόμενη).
 
Αυτή ήταν στην πραγματικότητα η αποστολή των κατά τόπους «εθνικών αντιστάσεων» στις κατεχόμενες από τον Άξονα χώρες (3).
 
Αλλά η επινόηση του δήθεν «αντιφασιστικού» χαρακτήρα του πολέμου είχε και μια πολύ σπουδαιότερη αποστολή: να αποτρέψει τον νεοελληνικό και τους άλλους λαούς, όπου κι αν χρησιμοποιήθηκε, από το να εκμεταλλευθούν την πολεμική αναμπουμπούλα για να εξεγερθούν εναντίον των ομοεθνών αφεντικών τους. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο μεσοπόλεμος υπήρξε μια περίοδος πλήρης κοινωνικών εκρήξεων, (στη Γερμανία το 1923, στη «σοβιετική» Ρωσία, όπου συνέβησαν επανειλημμένες εργατικές -αλλά όχι και φιλοτσαρικές- εξεγέρσεις εναντίον του «εργατικού  κράτους», στην Ισπανία το 1936-1939 κ.λπ.).
 
Μερικές από αυτές εκδηλώθηκαν ως κοινωνικές συνέπειες του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Μάλιστα το πρόσφατο παράδειγμα της συντριβής της Ισπανικής επανάστασης από τη συμπαιγνία όλων των ισχυρών κυβερνήσεων, «δημοκρατικών», «εργατικών» και φασιστικών αποδεικνύει, ότι αυτό που ανησυχούσε περισσότερο τους εξουσιαστές του πλανήτη ήταν να μην προκληθεί γενικευμένη διεθνής επαναστατική ανάφλεξη, την στιγμή, που απεργάζονταν τον δικό τους πόλεμο για την αναδιανομή του κόσμου(4).
 
Το ενδεχόμενο να μετατραπεί ο παγκόσμιος πόλεμος μεταξύ των αφεντικών του πλανήτη  σε παγκόσμιο κοινωνικό πόλεμο, δηλαδή σε μια περίπου παγκόσμια επανάσταση των λαών εναντίον των κυριάρχων τους αποτελούσε και τον κυριότερο φόβο όλων των εξουσιαστών της εποχής. Πόσο μάλλον όταν είχαν περάσει μόλις είκοσι χρόνια από τον προηγούμενο παγκόσμιο πόλεμο και η σιωπηρή ανοχή των μελλοθανάτων λαών, που προορίζονταν να σταλούν για μια ακόμη φορά στο σφαγείο, θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να φτάσει στα όριά της.
 
Ακόμα και μια μόνο κοινωνική εξέγερση σε κάποια χώρα του συμμαχικού συνασπισμού (είτε «ελεύθερη», είτε κατεχόμενη, π.χ. στην μονίμως «άτακτη» Γαλλία, ή στην φρεσκοεξεγερμένη Ρωσία), τον απειλούσε με στρατιωτική κατάρρευση, το πρόβλημα είναι τόσο παληό, που το είχε επισημάνει και ο Πλάτων: πρόκειται απλώς για τον προαιώνιο φόβο των κυριάρχων να μην εκδηλωθεί ανταρσία των κοινωνικώς  δυσαρεστημένων σε περίπτωση πολέμου (5)
 
Γι’ αυτό η επίκληση από τις συμμαχικές κυβερνήσεις των αντιφασιστικών αισθημάτων των λαών τους είναι εμετικά υποκριτική: λίγους μόνο μήνες πριν το ξέσπασμα του πολέμου οι ίδιες αυτές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις είχαν χαρίσει τη νίκη στον ισπανικό φασισμό.  Η προπαγανδιστική  απάτη του «αντιφασιστικού» πολέμου χρησιμοποιήθηκε από όλους τους συμμάχους ανεξαρτήτως των άλλων διαφορών τους και πέτυχε να παροχετεύσει την κοινωνική δυσαρέσκεια και υποψία για τον πόλεμο, σε ανώδυνα για την εξουσία ιδεολογικά κανάλια.
 
Έτσι οι λαοί προσέφεραν με περισσότερη προθυμία τον αυχένα τους στα τσεκούρια των δημίων, πιστεύοντας αφελώς, ότι αγωνίζονται για «υψηλά» ιδεώδη.
 
Θοδωρής Λαμπρόπουλος
 



Σημειώσεις
 
(1) Βλ. την πολύ περιεκτική μελέτη «Οι δωσίλογοι της κατοχής», του Ιάκωβου Χονδροματίδη, έκδοση του περιοδικού Ιστορικά θέματα, Αθήνα 2008.
 
(2) Αν το Ρωμαίικο κρατίδιο ενδιαφερόταν πραγματικά για τον ελληνικό λαό, θα φρόντιζε να διασφαλίσει με πραγματικές Συνθήκες (και όχι με κουρελόχαρτα) τις ελληνικές μειονότητες, ή πληθυσμούς, που βρίσκονταν στην Μακεδονία, ή στην Μικρά Ασία, ή όπου αλλού χρειαζόταν. Αντιθέτως αυτό που έκανε ήταν να τις εγκαταλείπει συστηματικά στις διαθέσεις άλλων κρατών (Αλβανίας, Τουρκίας, Σερβίας, Βουλγαρίας κ.λπ.), έτσι ώστε να μπορεί, όποτε τού δινόταν η ευκαιρία να παραστήσει τον «ελευθερωτή» τους (βλ.  Μικρά Ασία 1922,  Αλβανία 1940 κλπ.). Η στυγνή αυτή τακτική κόστισε, όπως ξέρουμε, τα πάνδεινα στους διάσπαρτους ελληνικούς πληθυσμιακούς θύλακες των Βαλκανίων, αλλά και  τον εκπατρισμό τού ευημερούντος ελληνικού στοιχείου στην Μικρά Ασία.
 
(3) Βλ. σχετικά το σημαντικό έργο του Α. Στίνα (φίλου του Κορνήλιου Καστοριάδη) «Ε.Α.Μ. –Ε.Λ.Α.Σ.- Ο.Π.Λ.Α.: η ειδική αποστολή της “Εθνικής Αντίστασης” στον Β΄ παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η συμβολή της στη βιβλική καταστροφή, που εν ψυχρώ προετοιμάζουν οι δήμιοι, που κυβερνούν τους λαούς», εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984.
 
(4) Στη wikipedia (λήμμα: «Μπενίτο Μουσολίνι») διαβάζουμε: «Το 1936 ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος δίνει στον Μουσολίνι μια καλή ευκαιρία να πετύχει πολλά κέρδη με μια και μόνο κίνηση […] Είναι ο πρώτος που προσφέρει βοήθεια στους στρατηγούς της ισπανικής Χούντας και, μάλιστα, δεν θέτει καν όρους πληρωμής του τεράστιου υλικού που αποστέλλει, ενώ ακολουθούν και Ιταλικά στρατεύματα, τάχα εθελοντών, που παίρνουν μέρος αμέσως στις μάχες μετά την αποβίβασή τους στη Σεβίλλη.
 
Η Βρετανία και η Γαλλία -και παράλληλα και οι ΗΠΑ- κρατούν ουδέτερη στάση, η δε Αγγλία είναι προκλητικά υπέρ των φρανκιστών. Παρά τις αποδείξεις από Ιταλούς αιχμαλώτους, ότι μια ξένη χώρα εισβάλλει στην Ισπανία, η Κοινωνία των Εθνών, με την αφόρητη πίεση της Βρετανίας, αρνείται να εξετάσει τα στοιχεία που προσκομίζονται. […] Η δε Γαλλία, από την πλευρά της προτιμά να προσποιηθεί, ότι δεν βλέπει προς κάθε κατεύθυνση.

 
Ιταλικά βομβαρδιστικά υπερίπτανται των εδαφών των Γαλλικών αποικιών Μαρόκου και Αλγερίας βοηθώντας τον Φράνκο χωρίς καν να εμποδίζονται ή να τους ζητείται άδεια διέλευσης, ενώ στα Πυρηναία οι λαθρέμποροι οδηγούν μέσα από στενά μονοπάτια ανθρώπους, που θέλουν να πολεμήσουν για την Δημοκρατία. Οι ΗΠΑ με την σειρά τους εφοδιάζουν με πετρέλαιο τον Μουσολίνι δηλώνοντας, ότι πρόκειται για απλό “φωτιστικό υλικό, που δεν έχει σχέση με τον πόλεμο” παρ’ όλο που καταλήγει στα μηχανοκίνητα των Ιταλο-Γερμανών.»
 
Να προσθέσουμε επίσης, ότι ο Στάλιν έστειλε ως βοήθεια άφθονο πολεμικό υλικό και Ρώσους πράκτορες στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας. Η «βοήθεια» αυτή χρησιμο-ποιήθηκε πισώπλατα από τους κομμουνιστές εναντίον των εξεγερμένων Ισπανών τη στιγμή, που αυτοί ήσαν απασχολημένοι με τον πόλεμο εναντίον του Φράνκο. Αυτή υπήρξε και η κυριότερη αιτία της νίκης του φασισμού στην Ισπανία.

 
(5) Δυόμισυ χιλιετίες πρωτύτερα, ο -ολιγαρχικός- Πλάτων (Πολιτεία VIII, 551 d-e) είχε παραδεχθεί, ότι οι ολιγαρχικοί δεν είναι ικανοί να κάνουν πόλεμο, «γιατί είναι αναγκασμένοι, ή να οπλίσουν το πλήθος, οπότε θα το φοβούνται περισσότερο από τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου». Οι σημερινοί κυρίαρχοι, διαθέτοντας το όπλο της προπαγάνδας μπορούν να εξοπλίζουν με ελεγχόμενο τρόπο τα πλήθη, που σκοπεύουν να σύρουν στους πολέμους τους. Αλλά παρ’ όλα αυτά δεν έχει πάψει να τους απασχολεί το ενδεχόμενο κοινωνικής ανταρσίας στα μετόπισθεν.
 
(6) Wikipedia, λήμμα «Μπενίτο Μουσολίνι».
 
***
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου